Άρθρο γνώμης

Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση για το νέο πλαίσιο στεγαστικής αρωγής, ο Ν. Αποστόλου προσεγγίζει μέσα από μια αλληγορία το όριο ανάμεσα στην αναγκαία τυποποίηση των διαδικασιών και στην εξειδικευμένη τεχνική κρίση.


Πέρα από τα τελευταία σπίτια της πόλης, εκεί όπου ο δρόμος γινόταν χώμα και το χώμα κατέβαινε προς τη θάλασσα, απλωνόταν ένας παλιός οπωρώνας.

Κανείς δεν γνώριζε πότε φυτεύτηκε το πρώτο του δέντρο. Οι γηραιότεροι έλεγαν πως οι ελιές υπήρχαν πριν από τα σπίτια, οι καστανιές πριν από τον δρόμο και οι μεγάλες μουριές πριν ακόμη δοθεί όνομα στην κοιλάδα. Κάθε οικογένεια φρόντιζε το δικό της κομμάτι, όμως ο οπωρώνας θεωρούνταν από όλους ένας και αδιαίρετος. Όταν άνθιζε, ευωδίαζε ολόκληρη η πόλη· όταν αρρώσταινε, κανείς δεν έμενε ανεπηρέαστος.

Η κοιλάδα, ωστόσο, δεν ήταν ήσυχος τόπος.

Άλλοτε κατέβαινε από το βουνό νερό τόσο πολύ, ώστε οι ρίζες έμεναν ημέρες βυθισμένες στη λάσπη. Άλλοτε ο άνεμος έσπαζε τους βαρύτερους κλώνους. Και κάποιες νύχτες η γη αναστέναζε βαθιά, ανασήκωνε τις πέτρες και άνοιγε λεπτές σχισμές ανάμεσα στα δέντρα.

Τότε κατέβαιναν στον οπωρώνα οι λιγοστοί άνθρωποι που ήξεραν να ακούν τις ρίζες.

Δεν έφθαναν ποτέ πρώτοι. Πριν από αυτούς είχαν περάσει οι τρομαγμένοι ιδιοκτήτες, οι περίεργοι, οι έμποροι ξυλείας και όσοι υπόσχονταν πως μπορούσαν να σώσουν κάθε δέντρο με ένα δυνατό σχοινί και λίγη πίσσα.

Οι ακροατές των ριζών δεν υπόσχονταν τίποτε.

Περπατούσαν αργά γύρω από τον κορμό, πίεζαν το χώμα με το πέλμα, άγγιζαν τον φλοιό και κοίταζαν τα κλαδιά από μακριά. Μερικές φορές έσκαβαν προσεκτικά γύρω από τη βάση. Άλλοτε αρκούσε να παρατηρήσουν προς τα πού κυλούσε ο χυμός από μια μικρή πληγή.

Είχαν μάθει ότι ένα δέντρο μπορεί να φαίνεται γερμένο και να κρατιέται γερά, ενώ ένα άλλο να στέκεται ίσιο με τις μισές του ρίζες νεκρές. Γνώριζαν ότι μια σχισμή στον φλοιό δεν λέει πάντοτε την αλήθεια για όσα συμβαίνουν από κάτω. Ήξεραν ακόμη πως η θεραπεία που σώζει μια ελιά μπορεί να σκοτώσει μια καστανιά.

Γι’ αυτό δεν έδιναν γρήγορες απαντήσεις.

Άλλο δέντρο το έδεναν για έναν χειμώνα. Από άλλο αφαιρούσαν έναν βαρύ κλώνο. Σε κάποιο άνοιγαν αυλάκια για να φύγει το νερό. Σε άλλο έβαζαν νέο χώμα γύρω από τις γυμνές ρίζες. Και υπήρχαν φορές που στέκονταν σιωπηλοί και έλεγαν στον ιδιοκτήτη ότι έπρεπε να απομακρυνθεί, γιατί ο κορμός δεν θα άντεχε την επόμενη κακοκαιρία.

Οι άνθρωποι δεν αγαπούσαν πάντα όσα άκουγαν.

Άλλοι βιάζονταν να ξανακαθίσουν κάτω από τη σκιά. Άλλοι ήθελαν να κόψουν αμέσως το πληγωμένο δέντρο και να πάρουν καινούργιο. Άλλοι δεν είχαν υπομονή να περιμένουν μέχρι να φανεί αν ο χυμός θα ανέβαινε ξανά στα κλαδιά.

Παρά τα παράπονα, όμως, κάθε φορά που περνούσε μια βαριά εποχή, οι ακροατές των ριζών καλούνταν πάλι.

Ώσπου ήρθε η χρονιά της μεγάλης θύελλας.

Ο αέρας φυσούσε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Όταν κόπασε, ο οπωρώνας έμοιαζε σαν να είχε περάσει από μέσα του κοπάδι γιγάντων. Κλαδιά κάλυπταν τα μονοπάτια, κορμοί είχαν γείρει, οι φράχτες είχαν χαθεί και η λάσπη έφθανε ως τα γόνατα.

Οι άνθρωποι της πόλης περίμεναν τους ακροατές των ριζών.

Εκείνοι ήρθαν, αλλά ήταν λίγοι. Περνούσαν από δέντρο σε δέντρο, κι όσο προχωρούσαν τόσο μεγάλωνε πίσω τους η σειρά εκείνων που περίμεναν. Άρχισαν οι φωνές. Κάποιοι έλεγαν ότι οι παλιοί κηπουροί αγαπούσαν υπερβολικά τις λεπτομέρειες. Άλλοι ότι κάθε δέντρο ήταν ένα δέντρο και δεν χρειαζόταν τόση σκέψη για να φανεί αν μπορούσε να ξανακαρπίσει.

Τότε εμφανίστηκε στην πόλη ένας άνθρωπος που είχε ταξιδέψει σε μεγάλες πεδιάδες.

Έφερε μαζί του έναν ξύλινο πίνακα χωρισμένο σε τετράγωνα. Στο πρώτο είχε ζωγραφίσει έναν σπασμένο κλώνο, στο δεύτερο έναν ραγισμένο κορμό, στο τρίτο ένα γερμένο δέντρο. Δίπλα σε κάθε εικόνα είχε χαράξει έναν αριθμό.

«Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να ακουστεί κάθε ρίζα χωριστά», είπε. «Οι πληγές μοιάζουν μεταξύ τους. Όποιος βλέπει σωστά μπορεί να τις κατατάξει. Έπειτα θα δίνουμε στον ιδιοκτήτη όσα χρειάζεται για να φροντίσει το δέντρο του».

Η πρόταση άρεσε πολύ.

Ο πίνακας ήταν απλός. Δεν είχε αβεβαιότητες ούτε σιωπές. Δεν ζητούσε να περάσει ένας χειμώνας για να φανεί αν ο κορμός θα κρατούσε. Έδειχνε μια εικόνα, έναν αριθμό και δίπλα την ποσότητα από ξύλα, σχοινιά και νέους βλαστούς που θα παραλάμβανε κάθε οικογένεια.

Ο άρχοντας της πόλης διέταξε να αντιγραφεί ο πίνακας και να μοιραστεί σε όλους τους ανθρώπους που μπορούσαν να βοηθήσουν.

Έτσι, στον οπωρώνα κατέβηκαν οι φύλακες των δρόμων, οι επιστάτες των αποθηκών, οι μετρητές των χωραφιών και πολλοί άλλοι. Κρατούσαν τρεις κορδέλες: πράσινη, κίτρινη και κόκκινη.

Η πράσινη σήμαινε ότι το δέντρο μπορούσε να συνεχίσει να δίνει σκιά και καρπό. Η κίτρινη ότι χρειαζόταν φροντίδα. Η κόκκινη ότι έπρεπε να απομακρυνθεί.

Οι νέοι βοηθοί εργάστηκαν γρήγορα. Μέσα σε λίγες ημέρες ο οπωρώνας γέμισε χρώματα. Από ψηλά έμοιαζε σχεδόν γιορτινός.

Οι ακροατές των ριζών ζήτησαν να δουν όσα είχαν σημειωθεί.

«Δεν χρειάζεται», τους απάντησαν. «Όλοι ακολούθησαν τον ίδιο πίνακα».

«Ο πίνακας δείχνει πώς μοιάζει μια πληγή», είπε ο γηραιότερος από αυτούς. «Δεν δείχνει πάντα από πού γεννήθηκε».

Κανείς δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Οι άνθρωποι ήταν κουρασμένοι από την αναμονή και χαρούμενοι που επιτέλους οι αποθήκες άνοιξαν.

Κάθε ιδιοκτήτης πήρε ό,τι αντιστοιχούσε στο χρώμα και στην εικόνα του δέντρου του. Άλλος πήρε σχοινιά, άλλος σανίδες, άλλος νέους βλαστούς και άλλος σακιά με χώμα. Μερικοί δεν είχαν ακόμη αποφασίσει ποιον καλλιεργητή θα καλούσαν ούτε τι ακριβώς χρειαζόταν το δέντρο τους. Κρατούσαν, όμως, στα χέρια τους τα αγαθά και αυτό τους έκανε να νιώθουν ότι η θύελλα είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί.

Σύντομα οι έμποροι έμαθαν τι είχε μοιραστεί.

Το καλό σχοινί έγινε ακριβότερο. Τα γερά στηρίγματα δυσεύρετα. Οι λίγοι καλλιεργητές που ήξεραν να δένουν έναν μεγάλο κορμό είχαν τόσες προσκλήσεις, ώστε άρχισαν να ζητούν διπλάσιο καρπό για την εργασία τους.

Δεν χρειάστηκε να συνεννοηθούν. Όταν σε μια μικρή κοιλάδα όλοι γνωρίζουν πόσα σακιά έχει ο γείτονας, οι τιμές βρίσκουν μόνες τους τον δρόμο προς τα πάνω.

Κάποιοι φρόντισαν τα δέντρα τους καλά. Άλλοι έδεσαν τα κλαδιά όπως τους συμβούλεψε ο πρώτος περαστικός. Μερικοί χρησιμοποίησαν το νέο χώμα σε άλλα χωράφια. Υπήρξαν και εκείνοι που δεν άγγιξαν τίποτε, περιμένοντας μήπως την επόμενη άνοιξη το δέντρο συνέλθει μόνο του.

Οι εποχές πέρασαν.

Στις αποθήκες υπήρχαν παλιά χαρτιά που έλεγαν ποιοι είχαν πάρει περισσότερα απ’ όσα τελικά χρειάστηκαν, ποιοι δεν φρόντισαν ποτέ το δέντρο τους και ποιοι είχαν λάβει δύο φορές τα ίδια αγαθά.

Όλοι συμφωνούσαν πως όσα περίσσεψαν έπρεπε να επιστραφούν.

Κανείς, όμως, δεν ήξερε ποιος έπρεπε να χτυπήσει πρώτος την πόρτα.

Ο φύλακας έλεγε πως εκείνος μόνο μοίραζε τις κορδέλες. Ο αποθηκάριος πως απλώς παρέδιδε τα σακιά. Ο γραφέας πως κατέγραφε όσα του έλεγαν. Και κάθε φορά που κάποιος πρότεινε να ζητηθούν πίσω τα αγαθά, κάποιος άλλος θύμιζε ότι οι οικογένειες είχαν υποφέρει και ότι δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή.

Τα χαρτιά έμεναν στα ράφια. Τα χρόνια κιτρίνιζαν τις άκρες τους.

Στο μεταξύ, οι ακροατές των ριζών καλούνταν όλο και πιο σπάνια.

Στην αρχή τους ζητούσαν να εξετάζουν μόνο τα παράξενα δέντρα. Έπειτα να εξηγούν στους άλλους πώς δένεται σωστά η κορδέλα. Αργότερα να διορθώνουν τον ξύλινο πίνακα όταν παρουσιαζόταν κάποια πληγή που δεν έμοιαζε με τις ζωγραφισμένες.

Κάποια ημέρα ένας νεότερος άρχοντας ρώτησε γιατί εξακολουθούσαν να υπάρχουν.

«Οι πληγές καταγράφονται από πολλούς», του είπαν. «Οι καλλιεργητές επιλέγονται από τους ιδιοκτήτες και οι αποθήκες γνωρίζουν τι πρέπει να μοιράσουν».

Ο άρχοντας κοίταξε τον παλιό οπωρώνα και συμφώνησε ότι ίσως οι άνθρωποι εκείνοι ανήκαν σε μια εποχή πιο αργή.

Δεν τους έδιωξε.

Απλώς σταμάτησε να μαθητεύει νέους κοντά τους.

Έπειτα ήρθε ένας χειμώνας με λίγη βροχή και καθόλου αέρα. Στην άκρη του κεντρικού μονοπατιού στεκόταν μια μεγάλη λεύκα. Είχε μια στενή σχισμή χαμηλά στον κορμό, αλλά τα κλαδιά της ήταν γεμάτα και η κορυφή της ίσια.

Ένας νεαρός που είχε προλάβει να μάθει λίγα από τους παλιούς γονάτισε δίπλα της. Έβαλε το αυτί του στον κορμό και ύστερα ζήτησε να σκάψουν γύρω από τη βάση.

«Έχει ήδη πράσινη κορδέλα», του είπαν. «Δεν χρειάζεται να ξανακοιτάξουμε».

Τρεις ημέρες αργότερα η λεύκα έπεσε πάνω στο μονοπάτι.

Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι γύρω της, είδαν ότι κάτω από το χώμα οι ρίζες είχαν μαυρίσει από καιρό.

Η κορδέλα είχε τοποθετηθεί σωστά.

Η εικόνα είχε επιλεγεί σωστά.

Τα σακιά είχαν μοιραστεί σωστά.

Κανείς δεν είχε παραβεί όσα έγραφε ο πίνακας.

Το επόμενο πρωί οι άρχοντες αποφάσισαν να προσθέσουν στον πίνακα ακόμη μία εικόνα και να μοιράσουν μια τέταρτη κορδέλα.

Κανείς δεν σκέφτηκε να αναζητήσει τους ανθρώπους που κάποτε άκουγαν τις ρίζες.

Και ο οπωρώνας συνέχισε να απλώνεται κάτω από τον ήλιο, γεμάτος χρώματα που έλεγαν στους περαστικούς τι ήταν κάθε δέντρο.

Μόνο που σιγά σιγά δεν είχε απομείνει κανείς που να μπορεί να πει τι συνέβαινε από κάτω.

Υ.Γ.: Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, ο μηχανικός κρίνεται στις λεπτομέρειες


Ν. Αποστόλου
Μηχανολόγος Μηχανικός ΤΕ
Υπάλληλος ΔΑΕΦΚ-ΚΕ

Το κείμενο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις και δεν αποτελεί θέση της Υπηρεσίας.

______________________________________________________________________________________

Εικαστικό: Vincent van Gogh, Tree Roots, 1890 — Van Gogh Museum, Amsterdam

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο νέος Οργανισμός «βρίσκεται υπό έκδοση»

ΟΡΓΑΝΟΓΡΑΜΜΑ: Το «βρίσκεται υπό έκδοση» δεν αρκεί πλέον.
Σχολιασμός της πρώτης μέρας (27-08-2026) στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής για το νέο πλαίσιο Στεγαστικής Αρωγής. [ΣΕΑΕΦΚ]

Παρέμβαση ΠΑ.ΣΥ.Σ.Π.Π. -Υπόμνημα επί του άρθρου 36

Υπόμνημα επί του άρθρου 36 του σχεδίου νόμου για το νέο πλαίσιο Στεγαστικής Αρωγής – Σταθερή στελέχωση, θεσμική μνήμη και επιχειρησιακή συνέχεια του μηχανισμού Πολιτικής

Νέο πλαίσιο Στεγαστικής Αρωγής: Η πρόκληση της πραγματικής μεταρρύθμισης να μη μετατραπεί σε χαμένη ευκαιρία

Άνθρωποι στηρίζουν τις μεταρρυθμίσεις

Αθήνα, 27 Αυγούστου 2026 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Νέο πλαίσιο Στεγαστικής Αρωγής Η πρόκληση της πραγματικής μεταρρύθμισης να μη μετατραπεί σε χαμένη ευκαιρία Η ψηφιοποίηση είναι αναγκαία